Δεν είναι μόνο η συγκίνηση μιας στιγμής. Είναι το συναίσθημα ενός παιδιού που ξεκίνησε από τις ακαδημίες της Μινωικής και του Εργοτέλη, έφυγε μικρός από το Ηράκλειο, πάλεψε, έπεσε, ξανασηκώθηκε και έφτασε να φορά τη φανέλα της Ελλάδας.
Υπάρχουν ποδοσφαιρικές φωτογραφίες που δεν χρειάζονται πολλές λέξεις.
Μία τέτοια είναι αυτή του Μανώλη Σάλιακα.
Ο Ηρακλειώτης διεθνής στέκεται μπροστά στην ελληνική εξέδρα της Τούμπας, λίγο πριν από τη σέντρα της αναμέτρησης της Ελλάδας με την Ολλανδία. Ακούγεται ο Εθνικός Ύμνος και τα μάτια του γεμίζουν δάκρυα.
Δεν προσπαθεί να το κρύψει.
Και ίσως αυτό είναι που κάνει τη συγκεκριμένη εικόνα ακόμη πιο δυνατή.
Γιατί πίσω από αυτά τα δάκρυα δεν βρίσκεται απλώς η συγκίνηση ενός ποδοσφαιριστή πριν από ένα παιχνίδι. Βρίσκεται μια ολόκληρη ποδοσφαιρική διαδρομή.
Ένα παιδί από τη Φορτέτσα του Ηρακλείου, που άρχισε να κυνηγά το όνειρό του από μικρή ηλικία.
Ο ίδιος έχει περιγράψει πως τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα έγιναν στη Μινωική, στις ακαδημίες της περιοχής του, πριν ακολουθήσει η πορεία στον Εργοτέλη. Ο πατέρας του, που έπαιζε ερασιτεχνικά ποδόσφαιρο, ήταν εκείνος που τον έβαλε μαζί με τον αδελφό του στον δρόμο του ποδοσφαίρου.
Στον Εργοτέλη ο Σάλιακας δεν ήταν από την αρχή δεξί μπακ. Έπαιζε φορ, στη συνέχεια εξτρέμ και μέσα από την πορεία του διαμορφώθηκε ο ποδοσφαιριστής που γνωρίζουμε σήμερα.
Ήρθε η κλήση στις μικτές ομάδες, η Εθνική Παίδων και στη συνέχεια το ενδιαφέρον του Ολυμπιακού. Σε ηλικία μόλις 16 ετών έφυγε από το Ηράκλειο για να κυνηγήσει το όνειρό του.
Και εκεί αρχίζει ένα διαφορετικό κεφάλαιο.
Δεν ήταν όλα εύκολα.
Ο ίδιος έχει μιλήσει για τη δυσκολία του αποχωρισμού από την οικογένειά του όταν πήγε στον Ρέντη. Ακολούθησαν δανεισμοί, Καρμιώτισσα, Κισσαμικός, Λαμία, ΠΑΣ Γιάννινα.
Και κάπου εκεί, στα Γιάννινα, άρχισε να αποδεικνύει πραγματικά τι μπορεί να κάνει.
Η πορεία του τον οδήγησε στη Γερμανία και στη Σεντ Πάουλι. Εκεί δεν πήγε απλώς για να συμπληρώσει ένα ρόστερ. Καθιερώθηκε, πανηγύρισε την άνοδο στην Bundesliga και αγωνίστηκε για δύο σεζόν στην κορυφαία κατηγορία του γερμανικού ποδοσφαίρου. Η ΕΠΟ καταγράφει 47 συμμετοχές του στη Bundesliga, με τρία γκολ και έξι ασίστ.
Και σήμερα, στα 30 του, ο Μανώλης Σάλιακας έχει επιστρέψει στην Ελλάδα και φορά τη φανέλα του Ολυμπιακού, έχοντας πλέον πίσω του μια διαδρομή που ξεκίνησε από τα γήπεδα της Κρήτης και έφτασε μέχρι τα μεγαλύτερα γήπεδα της Γερμανίας.
Όμως υπάρχει κάτι που δεν αποτυπώνεται σε αριθμούς.
Η σχέση του με την Εθνική.
Μετά το 2-2 με την Ολλανδία, ο ίδιος εξήγησε τα δάκρυά του με έναν τρόπο που ίσως λέει περισσότερα από οποιαδήποτε περιγραφή:
«Για μένα η Εθνική ομάδα είναι το πιο μεγάλο πράγμα για έναν ποδοσφαιριστή, να αντιπροσωπεύεις τη χώρα σου. Είμαι και λίγο ευαίσθητος».
Αυτό είναι ο Μανώλης Σάλιακας.
Ένα παιδί που δεν ξεχνά από πού ξεκίνησε. Που από τη Φορτέτσα και τις ακαδημίες της Μινωικής και του Εργοτέλη έφτασε να αγωνίζεται με την Εθνική Ελλάδας.
Που έφυγε μικρός από το σπίτι του για να κυνηγήσει ένα όνειρο. Που χρειάστηκε να περιμένει, να δουλέψει, να αγωνιστεί σε διαφορετικές ομάδες και διαφορετικές κατηγορίες, να πάει στο εξωτερικό και να αποδείξει ξανά και ξανά την αξία του.
Και όταν τελικά ήρθε η στιγμή να σταθεί μπροστά σε χιλιάδες Έλληνες και να τραγουδήσει τον Εθνικό Ύμνο, λύγισε.
Δεν είναι αδυναμία αυτό. Είναι συναίσθημα. Είναι η εικόνα ενός ανθρώπου που καταλαβαίνει πόσο μακριά έχει φτάσει.
Από ένα παιδί που κυνηγούσε την μπάλα στη Φορτέτσα, σε έναν επαγγελματία ποδοσφαιριστή που έζησε τη Bundesliga και σήμερα εκπροσωπεί την Ελλάδα.
Και ίσως γι’ αυτό η συγκεκριμένη φωτογραφία του Μανώλη Σάλιακα αξίζει να μείνει.
Γιατί μέσα σε αυτά τα δάκρυα υπάρχει όλη η διαδρομή του.
Και για ένα παιδί από το Ηράκλειο, αυτή η διαδρομή είναι κάτι περισσότερο από ποδόσφαιρο. Είναι ένα όνειρο που συνεχίζεται.
Μανώλη, να συνεχίσεις να δακρύζεις για την Εθνική. Γιατί σημαίνει ότι ακόμη νιώθεις. Και αυτό στο ποδόσφαιρο δεν αγοράζεται.
















































