Της Φώφης Χατζηκωνσταντίνου
Μερικές φορές, στην προσπάθειά μας να μεγαλώσουμε γερά παιδιά, όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά, γινόμαστε επικριτικοί απέναντί τους, πιστεύοντας πως έτσι τα βοηθάμε να διορθώσουν τα λάθη τους και να γίνουν καλύτερα.
Ίσως επειδή μάθαμε από τους δικούς μας γονείς ότι δεν πρέπει να αποτυγχάνουμε για να είμαστε αποδεκτοί. Ίσως επειδή πιστεύουμε ότι πρέπει πάντα να κερδίζουμε, για να νιώθουν οι άλλοι περήφανοι για εμάς.
Εγώ, ως παιδί που δεν είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με κάποιο άθλημα, παρόλο που ήμουν καλή και υπήρχαν άνθρωποι που με παρότρυναν να συνεχίσω, φρόντισα από νωρίς να εντάξω τη δική μου κόρη στον αθλητισμό.
Στην αρχή ήμασταν και οι δύο ενθουσιασμένες. Εγώ, γιατί βίωνα κάτι πρωτόγνωρο μέσα από τα μάτια της και τις επιδόσεις της. Εκείνη, γιατί εκφραζόταν μέσα από τη μουσική και τον αθλητισμό, ενώ παράλληλα απολάμβανε τις φιλίες που γεννιούνταν μέσα από τις πολύωρες προπονήσεις.
Κι ενώ όλα έμοιαζαν όμορφα, άρχισα να βλέπω το παιδί μου να χάνει σταδιακά την ξεγνοιασιά και τον ενθουσιασμό του. Μου το εξέφραζε, αλλά εγώ επέμενα:
«Τώρα που έχεις φτάσει τόσο ψηλά και έχεις πάρει διακρίσεις, τώρα θα τα παρατήσεις; Τον κόπο σου δεν τον σκέφτεσαι;»
Και την πίεζα να συνεχίσει.
Μέχρι που, κάποια μέρα, σε μία ακόμη συζήτησή μας για το ίδιο θέμα, μου απάντησε:
«Επειδή εσένα δεν σε άφησαν ποτέ, δεν σημαίνει ότι θα πραγματοποιώ εγώ το δικό σου όνειρο».
Ήταν μόλις δώδεκα χρόνων.
Τα λόγια της ήταν σαν χαστούκι. Πώς μπόρεσα να το κάνω αυτό στο παιδί μου; Πώς δεν είδα ότι, στην προσπάθειά μου να του προσφέρω όσα δεν είχα εγώ, είχα αρχίσει να το πιέζω να ζήσει το δικό μου ανεκπλήρωτο όνειρο;
Εκείνη τη στιγμή την κατάλαβα και σοκαρίστηκα. Μέσα σε μία μόνο φράση, ένα παιδί δώδεκα χρόνων μού έδειξε κάτι που εγώ, ως ενήλικη και ως μητέρα, δεν είχα καταφέρει να δω.
Χωρίς να το θέλω, την είχα σπρώξει προς τον πρωταθλητισμό και την ανταγωνιστικότητα, παρόλο που το άθλημά της ήταν ομαδικό. Είχα αποδεχτεί ακόμη και τα σκληρά λόγια που άκουγε από τις προπονήτριες, πιστεύοντας ότι έτσι θα βελτιωνόταν και θα έφτανε στην τελειότητα.
Κάπου στην πορεία, όμως, είχαν αρχίσει να χάνονται η χαρά, η φιλία και η απόλαυση του να αθλείσαι.
Κι όμως, αυτό που θέλει κάθε γονιός είναι, πάνω απ’ όλα, να έχει ένα υγιές και ευτυχισμένο παιδί. Ένα παιδί που να χαίρεται τη ζωή, να ανακαλύπτει τις δυνατότητές του και να νιώθει ελεύθερο να επιλέξει τον δικό του δρόμο.
Μήπως, στην προσπάθειά μας να του προσφέρουμε το καλύτερο, ξεχνάμε να το ρωτήσουμε τι είναι αυτό που κάνει το ίδιο ευτυχισμένο;
Ο αθλητισμός δεν είναι μόνο μετάλλια, διακρίσεις, νίκες και ήττες. Είναι συνεργασία, σεβασμός, φιλίες, προσπάθεια και χαρά. Είναι ένα σχολείο ζωής, αρκεί να μην ξεχνάμε ότι πριν από κάθε αθλητή υπάρχει ένα παιδί.
Ας μην μεγαλώνουμε παιδιά που φοβούνται να αποτύχουν, αλλά παιδιά που τολμούν να προσπαθούν. Παιδιά που γνωρίζουν ότι μπορούν να χάσουν έναν αγώνα χωρίς να χάσουν την αξία τους.
Ίσως η μεγαλύτερη νίκη ενός γονιού να μην είναι να δει το παιδί του στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου, αλλά να το βλέπει να απομακρύνεται από το γήπεδο με ένα χαμόγελο, γνωρίζοντας ότι προσπάθησε, χάρηκε και παρέμεινε ο εαυτός του.
Γιατί το παιδί δεν χρειάζεται άλλον έναν προπονητή στην κερκίδα. Χρειάζεται έναν γονιό που να στέκεται δίπλα του, όχι για να του υποδείξει πώς θα κερδίσει, αλλά για να του θυμίζει ότι αξίζει, είτε κερδίσει είτε χάσει.











































































